Η φτώχια στον κόσμο
 
Γενικά ΣτοιχείαΘεωρίαΟπτικοακουστικό  ΔραστηριότητεςΑξιολόγησηΠαιχνίδιαΣυνδέσεις
Άρθρα

Φωτογραφίες

Γελοιογραφίες

Αφίσες

Χάρτες

Αποφθέγματα

Παραμύθια

Βίντεο

Στίχοι τραγουδιών


  Παραμύθια - Λαϊκοί Μύθοι - Κόμικς
  Το χρυσόψαρο - Λαϊκό παραμύθι

από το βιβλίο: Ανθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1975
 

Μια φορά ήταν ένας φτωχός ψαράς, κι όλη νύχτα αγωνιζόταν να πιάσει ψάρι και ψάρι δεν έπιανε. Κόντεψε τέλος η αυγή, έριξε πάλι τ’ αγκίστρι του κι έλεγε από μέσα του: «Ω, Θεέ μου, δυστυχία! σήμερα θα πεθάνουν τα παιδιά μου απ’ την πείνα».
Του φάνηκε τότε πως τσίμπησε ψάρι και τράβηξε τ’ αγκίστρι. Τι να δει! Ένα ψαράκι χρυσό! Έκανε να το βγάλει απ’ τ’ αγκίστρι κι άκουσε μια φωνή να του λέει: «Ρίξε το ψαράκι το χρυσό στο γιαλό, και θα δεις καλό».
– Ε, λέει με το νου του, να το ρίξω! έτσι κι έτσι δεν θα μου κάμει τίποτε ένα ψαράκι.
Και το ’ριξε στη θάλασσα. Πάλι ακούει την ίδια φωνή να του λέει:
– Τι καλό θέλεις να σου κάμω;
– Ε, λέει, να πάω στο σπίτι μου και να βρω ψωμιά και φαγιά.
Σαν πήγε στο σπίτι του, τα βρήκε όλα όπως του είπε η φωνή. Είπε την ιστορία όλη στη γυναίκα του.
– Αχ, καλέ, του λέει αυτή, αντί να ζητήσεις, τίποτε καλό, ζήτησες ψωμιά και φαγιά;
– Ε, καλά, της λέει αυτός. Αν το ξαναπιάσω, τι θέλεις να του ζητήσω;
Η γυναίκα τού είπε να ζητήσει παλάτια!
Πήγε ο καημένος ο ψαράς, έριξε το δίχτυ κι έπιασε πάλι το χρυσόψαρο. Έκανε να το βγάλει πάλι απ’ τ’ αγκίστρι και άκουσε τη φωνή: «Ρίξε το ψαράκι το χρυσό στο γιαλό, και θα δεις καλό».
Το έριξε, κι άκουσε πάλι τη φωνή: «Τι καλό θέλεις να σου κάμω;» κι αυτός εζήτησε παλάτια.
Πάει στο σπίτι του και τι να δει; παλάτια ωραιότατα!
– Αχ, του λέει η γυναίκα του, να πας να το ξαναπιάσεις και να του ζητήσεις συ να γίνεις βασιλιάς κι εγώ βασίλισσα.
Επήγε πάλι κι έκανε όπως έκαμνε και τις άλλες φορές, άκουσε τη φωνή και ζήτησε ό,τι του είπε η γυναίκα του. Μα πάει κατόπι στο σπίτι του, και τι να δει; Μια καλύβα όπως πρώτα, και τα παιδιά του πεινασμένα.

 

"Η θεία Φτώχεια" - ένα λαϊκό παραμύθι από την Πορτογαλία

(Από τις «Δεκαπέντε κλωστές δεμένες…», 15 λαϊκά παραμύθια από τις χώρες της Ε.Ε, «Δελφίνι», 1994)

   

Ζούσε κάποτε μια γριούλα τόσο φτωχή, που τη φώναζαν θεία Φτώχια. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο ρυτίδες και οι αρρώστιες βασάνιζαν το γερασμένο κορμί της. Ζούσε σε μια μικρή καλύβα, χτισμένη με πέτρα και σκεπασμένη με κλαδιά. Μοναδική της περιουσία ήταν μια γέρικη αχλαδιά που είχε φυτρώσει μπροστά στην πόρτα της. Όμως ποτέ δεν την είδε φορτωμένη την αχλάδια, γιατί τα παιδιά του χωριού τα έκοβαν μόλις ωρίμαζαν. Έτσι η θεία Φτώχια, που ποτέ δεν προλάβαινε να δει τα παιδιά και να τα σταματήσει, έμενε νηστική, χωρίς να χαρεί τους καρπούς του δέντρου της. Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, που ο άνεμος λυσσομανούσε και το κρύο ήταν τσουχτερό, χτύπησε την πόρτα της γριούλας ένας φτωχός γυρολόγος, απ’ αυτούς που γυρνούσαν τα χωριά και τις πόλεις της Πορτογαλίας. Ήταν πεινασμένος και παγωμένος και ζήτησε από τη θεία Φτώχια να του βρει ένα μέρος να περάσει το βράδυ του μέχρι το άλλο πρωί.

Εκείνη τότε τον καλοδέχτηκε, του έδωσε να φάει το μοναδικό ξεροκόμματο που της είχε απομείνει και τον σκέπασε με τη μοναδική μπαλωμένη κουβέρτα της.

Ο γυρολόγος κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ και σαν ξύπνησε, χαράματα, ετοιμάστηκε να φύγει. Η γριούλα σηκώθηκε να τον αποχαιρετήσει. Εκείνος την ευχαρίστησε και φεύγοντας της είπε:

«Έχεις τόση καλή καρδιά! Πες μου, τι θα ήθελες πιο πολύ στον κόσμο ν’ αποκτήσεις;»

Η θεία Φτώχια, χωρίς να πολυσκεφτεί, του είπε: «Θα ‘θελα να μην μπορεί να κατέβει κανείς από την αχλαδιά μου, αν δεν τον προστάξω.»

Από τότε τα παιδιά του χωριού δεν ξαναενόχλησαν τη θεία Φτώχια και η γέρικη αχλαδιά γέμισε με ζουμερά αχλάδια. Έτσι η γριούλα είχε πάντα αχλάδια στο τραπέζι της. Έφτιαχνε μ’ αυτά γλυκά, μαρμελάδες και άρχισε να τα πουλά στους περαστικούς.

Η ζωή της είχε αρχίσει ν’ αλλάζει, μέχρι που ένα πρωί χτύπησε την πόρτα της ένας ξένος. Ήταν κι αυτός γυρολόγος, αλλά πολύ διαφορετικός από κείνον που είχε φιλοξενήσει το χειμωνιάτικο εκείνο  βράδυ. Ήταν άσχημος και με άγριο βλέμμα.

Η θεία Φτώχια τον ρώτησε σιγά τι ζητούσε.

Εκείνος της απάντησε: «Είμαι ο θάνατος και ήρθα να σε πάρω μαζί μου.»

Φοβισμένη η γριούλα του ζήτησε να την αφήσει λίγο καιρό ακόμα να ζήσει.

Εκείνος όμως της είπε: «Είμαι βιαστικός και δεν μπορώ άλλο να περιμένω.»

Απελπισμένη η θεία Φτώχια του ζήτησε μια τελευταία χάρη. Τον ρώτησε αν μπορούσε να κόψει το τελευταίο αχλάδι που είχε μείνει πάνω στο δέντρο της. Εκείνος δέχτηκε, και τότε τον παρακάλεσε να τη βοηθήσει και να σκαρφαλώσει πάνω στο πιο ψηλό κλαδί του δέντρου, γιατί αυτή ήταν ηλικιωμένη και αδύναμη και δεν μπορούσε.

Ο θάνατος ικανοποίησε την τελευταία επιθυμία της θείας Φτώχιας και ανέβηκε στο ψηλότερο κλαδί της αχλαδιάς.

Τότε η θεία Φτώχια φώναξε μ’ όλη της τη δύναμη: «Μείνε εκεί πάνω και να κατέβεις όταν εγώ το προστάξω!»

Έτσι και έγινε. Ο θάνατος έμεινε για πολύ καιρό στην αχλαδιά και οι άνθρωποι ησύχασαν γιατί δεν τον έβλεπαν πια να τους χτυπά την πόρτα. Ήταν όμως απογοητευμένος και έψαχνε να βρει τρόπους να κατέβει από το δέντρο.

Σκέφτηκε λοιπόν να κάνει μια συμφωνία με τη θεία Φτώχια: «Εγώ θα σου χαρίσω τη ζωή», της είπε, «και εσύ να προστάξεις να κατέβω από το δέντρο.»

Έτσι κι έγινε. Η θεία Φτώχια ποτέ δεν πέθανε και συνεχίζει να ζει πάντα ανάμεσά μας.

    Το ψάρι
   

Κάποτε σε μια χώρα μακρινή, τόσο μακρινή που ούτε η φαντασία δεν χωρά, έπεσε φτώχια φοβερή. Αυτή η χώρα, η Χώρα του Τώρα λέγεται, κάποτε πλούσια ήτανε, μα τώρα ήταν φτωχή. Κι έτσι οι κάτοικοί της άρχισα να ζαλίζονται από την έλλειψη τροφής, είτε σωματικής, είτε πνευματικής.

Λίγους μήνες αργότερα μπορούσες να δεις στους δρόμους ανθρώπους να σέρνονται, γερασμένοι και ανήμποροι. Μα κάποτε έβλεπες και μερικούς παχουλούς να προσπερνούν τους πεινασμένους, κορδώνοντας τις μεγάλες τους κοιλιές με σθένος και καμάρι.

Λίγα χρόνια αργότερα, οι αδύναμοι είχαν καταλήξει τόσο ανήμποροι, που δεν μπορούσαν ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους. Έφτασαν στο σημείο να σέρνονται πίσω από τους κυρίους με τις παχουλές κοιλιές ζητώντας ένα κομμάτι ψωμί. Άλλοτε οι κύριοι παχουλοί τους έδιναν κάτι, ό,τι περίσσευε και ποτέ περισσότερο από το κανονικό, για να μην πάρουν αέρα τα μυαλά τους. Οι άλλοι αδύναμοι, περήφανοι, έσβηναν σιωπηλά τα όνειρά τους.

Μια μέρα, εκεί κατά το σούρουπο, στη γωνία που ήταν το μπακάλικο του κυρίου Λαόφοβου, δύο κύριοι με παχουλές κοιλιές ξεκίνησαν καυγά. Οι φωνές τους δυνάμωναν ολοένα και μαζεύτηκε κόσμος γύρω τους.

- Τεμπέλη, φαρσοκωμωδέ, σάτυρε της πλάκας, που τολμάς να μου αντιμιλάς ! Φέρε μου αμέσως πίσω το ψάρι μου το είδα πρώτος, είπε εξαγριωμένος ο ένας.
- Καλέ μου φίλε, απάντησε ο δεύτερος, αυτό το ψάρι το είχα παραγγείλει από χθες στον κύριο Λαόφοβο, άρα είναι δικό μου!

Με τα πολλά κι αφού ο καυγάς τους δεν σταμάτησε ποτέ, οι δύο παχουλοί αποφάσισαν να βάλουν τους αδύναμους να ψηφίσουν σε ποιον ανήκει το ψάρι. Είχε μαζευτεί ολάκερη η χώρα, αφού οι αγριοφωνάρες τους δεν άφηναν κανέναν να ησυχάσει. Μερικοί ούτε που μπήκαν στον κόπο να πάνε προς το μπακάλικο του κυρίου Λαόφοβου, γιατί δεν τους ενδιέφερε ποιος από τους δύο θα κρατήσει το ψάρι. Έτσι η ψηφοφορία ξεκίνησε. Ο κόσμος ήταν ενθουσιασμένος γιατί περίμενε κι αυτός μερίδιο από το ψάρι… Έστω και την ουρά του! Ήρθε το βράδυ και απόφαση δεν είχε βγει ακόμα.

-Πιστεύω ακράδαντα ότι το ψάρι πρέπει να πάει στον κύριο που το είδε πρώτος, έλεγε ο ένας.
-Κάνεις απόλυτο λάθος, απαντούσε ο άλλος, το ψάρι πρέπει να πάει σε αυτόν που το είχε παραγγείλει.
-Είστε όρνια, αριστοφανικά και βάλε, πεταγόταν ένας τρίτος, το ψάρι πρέπει να μοιραστεί σε ίσα κομμάτια και να το φάμε εμείς που πεινάμε!
-Άνθρωποι κουτοί, αυτό το ψάρι είναι το σύμβολο της χώρας μας, άξιο και πολύτιμο, δεν πρέπει να φαγωθεί από κανέναν!

Έφτασε το επόμενο πρωινό και λύση δεν είχε βρεθεί. Οι φωνές ολοένα και αγρίευαν και η απόφαση γινόταν ακόμα πιο δύσκολη. Έτσι το ψάρι βρώμισε…
Και θέλετε να ξέρετε τι έγινε με τους δύο κυρίους; Πήγαν σπίτια τους και άνοιξαν τα ψυγεία τους, που εκεί υπήρχαν όλα τα υπόλοιπα ψάρια της θάλασσας!

   

Οι Δύο Φίλοι - Ένας Μύθος από την Νιγηρία

ένας μύθος που διδάσκει να μην κρίνεις εύκολα τους άλλους..

   

Μια φορά και έναν καιρό ήταν δυο ποντίκια ο Γιζούμ (ποντίκι των θάμνων) και ο Νκίνκι (ποντίκι του σπιτιού) οι οποίοι ήταν πολύ καλοί φίλοι.
Μια μέρα ο Γιζούμ κάλεσε τον Νκίνκι στο σπίτι του για να περάσουν μαζί την ημέρα. Ο Νκίνκι δεν είχε ξαναπάει στο σπίτι του φίλου του και ήταν πολύ χαρούμενος. Το σπίτι του Γιζούμ βρισκόταν στους θάμνους, κάτω από ένα βράχο. Μόλις έφτασαν, ο οικοδεσπότης τον ξενάγησε στο σπίτι του και ύστερα αποφάσισαν να φάνε κάτι. Ο Γιζούμ προσέφερε τα καλύτερα τρόφιμα που είχε: φασόλια, καρπούς από τα δέντρα, φιστίκια, ρίζες και άλλες νοστιμιές των ποντικών των θάμνων.
Ας φάμε είπε ο Γιζούμ και ο Νκίνκι απρόθυμα συμφώνησε, διότι δεν ήταν τόσο ενθουσιασμένος απ’ όλα αυτά που ο φίλος του, του παρείχε. Ωστόσο δεν ήθελε να τον προσβάλει, οπότε και έφαγε το φαγητό (αν και με μεγάλη δυσκολία). Όταν τελείωσαν το γεύμα, ο Νκίνκι ένιωσε ότι κάτι τον βάραινε μέσα του και ήθελε να το βγάλει, κι έτσι είπε: « Γιζούμ, φαίνεται ότι ζεις πολύ σκληρή ζωή εδώ στον θάμνο. Δεν θα μπορούσα να πιστέψω ότι πρέπει να τρέφεσαι με σπόρους και αυτό το κοινό φαγητό για όλη σου την ζωή. Αν έπρεπε να ζήσω σαν κι εσένα θα ήμουν πολύ δυστυχισμένος και θα προτιμούσα να μην είχα γεννηθεί», και συνέχισε για λίγο να κριτικάρει τον τρόπο ζωής του Γιζούμ.
Έφτασε η ώρα να γυρίσει ο Νκίνκι σπίτι του. Έτσι ο Γιζούμ αποφάσισε να πάει μαζί με τον φίλο του για να δει αν η ζωή του ήταν τόσο καλύτερη όσο έλεγε. Του είπε : «Νκίνκι, θα ήθελα να έρθω μαζί σου για να δω το σπίτι σου» και ο Νκίνκι του απάντησε : « Είσαι ευπρόσδεκτος να έρθεις».
Ξεκίνησαν για το χωριό που έμενε ο Νκίνκι. Περπάτησαν αρκετά συζητώντας σε όλο το δρόμο και έφτασαν στο σπίτι του αρκετά κουρασμένοι και πεινασμένοι. Αμέσως ο Γιζούμ παρατήρησε το πολύ καλό φαγητό πεταμένο έξω στο χώμα που μύριζε ωραία και φαινόταν υπέροχο. Άρχισε να σκέφτεται ότι ο Νκίνκι είχε δίκιο! Υπήρχε χυλός, κρέας, υπέροχο καλαμπόκι και καρποί τα οποία φαίνονταν πως οι άνθρωποι μόλις τα είχαν πετάξει.
Ήταν τόσο πεινασμένοι που ξεκίνησαν να τρώνε ευθύς αμέσως. Το φαγητό ήταν υπέροχο και ο Γιζούμ σκέφτηκε: « Αν μπορούσα να βρω ένα μέρος σαν κι αυτό να μείνω, η ζωή μου θα γινόταν πιο γλυκιά». Τους φάνηκε σαν να έτρωγαν ώρες και σύντομα χόρτασαν. Ο Γιζούμ ετοιμαζόταν να χαλαρώσει και να ξαπλώσει, αλλά ξαφνικά άκουσε έναν ξαφνικό και περίεργο ήχο πίσω του. «Μια γάτα» φώναξε ο Νκίνκι και πριν προλάβει ο Γιζούμ να κοιτάξει γύρω του, η γάτα ήταν επάνω τους. «Τρέξε!» φώναξε ο Νκίνκι και ο Γιζούμ άρχισε να τρέχει.
Ο Γιζούμ δεν είχε ξαναφοβηθεί τόσο πολύ στην ζωή του και έτρεχε με όλη του την δύναμή. Η γάτα τους πλησίαζε αλλά μόλις είχαν αρχίσει και οι δυο φίλοι να κουράζονται, εντόπισαν μία τρύπα στον τοίχο ενός σπιτιού και όρμησαν μέσα.
Όταν επιτέλους ξελαχάνιασαν ο Γιζούμ είπε: « Νκίνκι φίλε μου, το φαγητό εδώ είναι πράγματι καλύτερο από αυτό που τρώω. Αν όμως η ζωή σου είναι έτσι όπως σήμερα και περνάς όλα αυτά για να φας καλά, τότε προτιμώ να τρώω τους σπόρους και τους καρπούς μου και να έχω το κεφάλι μου ήσυχο». Έτσι έφυγε ο Γιζούμ για το σπίτι του στον θάμνο και ο Νκίνκι από εκείνη την ημέρα δεν ξανά κριτίκαρε ποτέ τον τρόπο ζωής του φίλου του.

   

Η Σοφία, το Φαγητό και ο Πλούτος - Μύθος από την Νιγηρία

Εσύ ποιο απ' τα τρία θα επέλεγες;

   

Μια ημέρα η σοφία, το φαγητό και ο πλούτος ξεκίνησαν να πάνε ένα ταξίδι. Καθώς προχωρούσαν συνάντησαν έναν άντρα να κάθεται κάτω από ένα δέντρο. « Που πηγαίνετε;» τους ρώτησε ο άνδρας. «Ψάχνουμε ένα μέρος να μείνουμε» απάντησαν και οι τρεις. Τότε ο άνδρας είπε: « Θα ήθελα ο πλούτος να μείνει μαζί μου» και ο πλούτος του απάντησε: « Είσαι κουτός, διότι αν είχες διαλέξει την σοφία θα μπορούσαμε και οι τρεις να ζήσουμε μαζί σου. Αλλά διάλεξες εμένα μόνο και δίχως την σοφία δεν θα μπορούσες να με έχεις για πολύ.»
Ξεκίνησαν να φύγουν και στον δρόμο τους βρήκαν έναν άλλο άνδρα. « Που πηγαίνετε;» τους ρώτησε ο άνδρας. «Ψάχνουμε ένα μέρος να μείνουμε» απάντησαν. Ο άνδρας αμέσως τους απάντησε: « Θα ήθελα το φαγητό να μείνει μαζί μου». Το φαγητό του απάντησε: « Δεν είσαι έξυπνος. Αν είχες επιλέξει έναν συγκεκριμένο από εμάς τότε θα μπορούσαμε να μείνουμε όλοι μαζί σου. Αλλά διάλεξες εμένα! Νομίζεις ότι μπορείς να με κρατήσεις; Όχι, δεν μπορείς! Γι’ αυτό άσε μας να φύγουμε.»
Έτσι συνέχισαν το ταξίδι τους, λίγο αργότερα συνάντησαν έναν άνδρα που δούλευε και τους ρωτάει: « Που πηγαίνετε;» Του απάντησαν : «Ψάχνουμε ένα μέρος να μείνουμε». Ο άνδρας τους απαντά: « Θα ήθελα την σοφία να μείνει μαζί μου.» Το φαγητό του λέει: «Αφού επέλεξες την σοφία, θα μείνω και εγώ μαζί σου. Ξέρω ότι θα μπορείς να με προσέχεις.» Ο πλούτος λέει: «Εφόσον διάλεξες την σοφία θα μείνω και εγώ μαζί σου. Ξέρω ότι θα μπορείς να με προσέχεις.» Έτσι έμειναν μαζί του και οι τρεις , διότι έκανε την σωστότερη επιλογή!

(Πηγή:www.colours-of-the-rainbow.com)


   

Η Μοίρα - μύθος της φυλής Yoruba από το Benin

Όταν ο θεός έβρεχε μυαλά...

   

Οι Yoruba πιστεύουν ότι η επιτυχία ή η αποτυχία ενός ανθρώπου εξαρτάται από τις επιλογές που έκανε στον ουρανό πριν ακόμα γεννηθεί. Αν ένας άνθρωπος ξαφνικά γίνει πλούσιος, σημαίνει ότι επέλεξε το σωστό μέλλον του, επομένως οι φτωχοί άνθρωποι θα πρέπει να κάνουν υπομονή διότι ακόμη κι αν είχαν επιλέξει την σωστή ζωή, ίσως δεν έχει φτάσει ακόμα η στιγμή. Όλοι χρειάζεται να κάνουμε υπομονή.
Οι Yoruba πιστεύουν ότι υπάρχει ένας θεός ο Ori ο οποίος επιβλέπει τις επιλογές των ανθρώπων στο ουρανό. Στην κυριολεξία Ori σημαίνει κεφάλι ή μυαλό και ουσιαστικά αυτό επιλέγει ο άνθρωπος στον ουρανό πριν την γέννηση του. Αν κάποιος επιλέξει ένα σοφό κεφάλι δηλαδή εξυπνάδα και σοφία, θα προχωρήσει εύκολα στην ζωή του αλλά αν κάποιος επιλέξει ένα χαζό κεφάλι δεν θα επιτύχει πουθενά.
Ο Ori θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν ένας προσωπικός θεός, ένα είδος φύλακα αγγέλου ο οποίος θα συντροφεύει τον καθένα από εμάς σε όλη την επιλεγμένη μας ζωή .
Ακόμη και οι θεοί έχουν τον δικό τους Ori ο οποίος διευθύνει τις προσωπικές τους ζωές. Έτσι καταλαβαίνουμε ότι ο Ori είναι ατομική και συλλογική έννοια, ένα προσωπικό πνεύμα που καθοδηγεί την καθεμία ζωή και που και ακόμα οι θεοί τον φοβούνται και σέβονται.

(Πηγή: www.http://www.asante.gr/stiles/2009-08-12-09-45-21/26-2009-08-13-11-46-43/190--yoruba-benin.html)

    Ακόμη περισσότερα Παραμύθια

Διαβάστε τα ή τυπώστε τα σε μορφή
word
   

Η Μυρσίνη

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι    της Πηνελόπης Δέλτα

Το Μαγικό Δάκρυ  

    Ιστορίες Κόμικς σχετικές με τη φτώχια
   
Βραζιλία: Δίπλα - δίπλα, αλλά δυο ξεχωριστοί κόσμοι                                       Ελληνικά            Αγγλικά


             Δέστε περισσότερα κόμικς σχετικά με τη φτώχια κάνοντας κλικ στην πιο κάτω διεύθυνση:

                                               http://www.feedingminds.org/cartoon/rtf_en.htm

Τα θέματα προσφέρονται σε απλή Αγγλική γλώσσα κατάλληλη για μικρά παιδιά. Μπορείτε φυσικά να τα επεξεργαστείτε όπως εσείς κρίνετε απαραίτητο  ή ακόμη να τα μεταφράσετε στην Ελληνική γλώσσα όπως εμείς πράξαμε στο πιο πάνω παράδειγμα της Βραζιλίας.

Οι χώρες οι οποίες μελετούνται στα κόμικς είναι οι  πιο κάτω:

Καναδάς
Σιέρα Λεόνε
Ιταλία
Ιορδανία
Ουγκάντα
Ινδία
Ινδονησία